Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Μια βραδιά στην παλιά ντισκοτέκ...


Το «Μουσικόραμα». Τα βίντεοκλιπ τού Μάικλ Τζάκσον. Ο Πάνος Μιχαλόπουλος κι ο Σταμάτης Γαρδέλης με στενά τζιν, γλαρό βλέμμα και λαδωμένα μαλλιά να υποδέχονται συγκλονισμένοι την είδηση ότι κάποιος από την παρέα πέθανε από «υπερβολική δόση... χασίς». Πρώτες κοπάνες και πρώτες ρόδες και για μας. Ρόλεϊ για την άθλια φουσκωμένη φράτζα μιας σκοτεινής περιόδου για τη γυναικεία κομμωτική. Ο Αλέκος στην ντισκοτέκ της Ραφήνας κατευθείαν από τη θάλασσα, να ντροπιάζει την εφηβική ευθιξία μας καθώς χορεύει Γκλόρια Γκέινορ χτυπώντας τις σαγιονάρες του στην πίστα. Και ο τελευταίος χορός κάτω από την ντισκομπάλα τής «Μπαρμπαρέλα» προτού το ρολόι χτυπήσει το καταραμένο deadline των γονιών μας.


Μετά η ανάμνηση γίνεται συλλεκτικό είδος. Και ο Σπύρος που συλλέγει με μανία μουσική και βιντεοταινίες της εποχής, μας ξεναγεί, Θησέως και Ποσειδώνος, στην πιο original διατήρηση του ντίσκο αισθήματος, στην ντισκοτέκ «boom boom». Απ' έξω χωρίς πολλά φώτα, μια αινιγματική είσοδος με μια κάπως συνωμοτική ατμόσφαιρα σαν αυτή που εκπέμπουν συνήθως τα στριπτιζάδικα. Στον τοίχο ακριβώς απέναντι ένα τεράστιο «Μετανοείτε», γραμμένο φαρδιά πλατιά. Μέσα η Δευτέρα Παρουσία αφορά την ντίσκο μουσική και αισθητική σε μια πιστή αναβίωση και της παραμικρής λεπτομέρειας. Ολα αυτά όμως μετά από την εξέταση των δύο αυστηρών πορτιέρηδων, τη διαβεβαίωση ότι έχουμε κάνει κράτηση και το εισιτήριο των 15 ευρώ που προειδοποιεί ότι «για τη δική σας ασφάλεια απαγορεύεται το κάπνισμα και το... τρενάκι στην πίστα».

Λίγα σκαλιά παραπάνω η επιστροφή δύο-τρεις δεκαετίες πίσω. Το σκηνικό αδιαφορεί για το κλάμπινγκ του 2008. Πίστα ξεχωριστή, περιφερειακά τραπεζάκια και καρέκλες, παρόντα όλα τα γκάτζετ των 80'ς. Ντισκομπάλες, αυτοκόλλητα «Ι love boom boom», φωτιστικά που εναλλάσσουν φωσφορίζοντες χρωματισμούς. Και όλες οι ηλικίες ακομπλεξάριστες, χωρίς την πόζα της κοσμικής μπάρας, με όλη την χαρούμενη αποφασιστικότητα μιας βραδιάς που είναι αφιερωμένη στα ντίσκο χορευτικά, επιτρέπει δηλαδή στο κάτω κάτω ακόμα και μια α λα Τραβόλτα αυτοϋπονόμευση. Στον ίδιο ρυθμό συντονίζονται καλοντυμένοι και σοβαροί τύποι που γουστάρουν απόψε να τσαλακωθούν, φυσιολογικές παρέες από 25αρηδες-30ρηδες, άλλες με ενθουσιασμένους 40ρηδες-50ρηδες, λούμπεν φάτσες ή και κατάλοιπα disco freaks με μαύρα γυαλιά-μάσκα και disco kitsch με αθάνατο αξεσουάρ το λευκό σκαρπίνι.

Το πρόγραμμα αρχίζει με όλη την τελετουργία. Φωτορρυθμικά και ο ιδιοκτήτης dj Soulis V στο καλυμμένο κουβούκλιό του, μια αφανής υπόβραχνη φωνή που μας καλωσορίζει βγαλμένη από ένα παρελθόν που είχε ακόμα ραδιοπειρατές. Εννοείται ότι παίζει μόνον από βινίλια κι ας τα γδέρνει πότε πότε πάνω στον ενθουσιασμό μιας έξαλλης μουσικής μείξης που μας πάει από τους Boney Μ στον Michael Jackson. Δέχεται αφιερώσεις και τις εκφωνεί με το κατάλληλο mood για να ευχηθεί χρόνια πολλά «στην Κατερίνα και στον Γιώργο». Αντίστοιχα κάνει γέφυρες από τραγούδι σε τραγούδι και επιβραβεύει τις χορευτικές επιδόσεις. «Μπράβο, πολύ ωραία».

Από τις πρώτες νότες η πίστα γεμίζει ενέργεια. Είπαμε εδώ δεν ισχύουν τα προσχήματα και ο στόχος είναι κοινός και είναι ντίσκο. Patrick Hernantez, Gloria Estefan («Get on your feet»), Gloria Gaynor («Reach out, Ι 'll be there»), Village People (WMCA), James Brown (ο νονός της σόουλ ταίριαζε πάντα σε όλα τα πάρτι) και φυσικά η απόλυτη αναφορά, οι Bee Gees με όλο τους το ρεπερτόριο.
Στις 2.30 μ.μ, ακριβώς η καλτ τελετουργία αποφασίζει ξαφνικά να το γυρίσει επί ένα 10λεπτο στα νησιώτικα που από κεκτημένη ταχύτητα χορεύονται με την ίδια χαρούμενη μαζική συμμετοχή. Ακολουθεί η ελληνική ποπ εκδοχή με τον Πασχάλη πρώτα στο «Σχολείο» και ύστερα με την «Παλιά ντισκοτέκ».

Στην πίστα ξεσκονίζονται οι αναμνήσεις από το σέικ του ελληνικού κινηματογράφου και όταν το ρεπερτόριο ξαναγυρνά στις επιτυχίες των 70'ς και 80'ς ξεσκονίζονται και οι φιγούρες από το «Grease», κάποιες στιγμές με άτσαλα στραβοπατήματα που κανείς δεν παρεξηγεί. Ούτε καν μερικοί ορκισμένοι πρώην ροκάδες από εκείνους που προσπαθούσαν να εκτονώσουν την εφηβική τους οργή ρίχνοντας με την πρώτη ευκαιρία ψιλές σε όσους άκουγαν μόνο «καρέκλες». Ποιος να τους έλεγε τότε ότι μερικά χρόνια αργότερα σε μια καλτ αλλά απενοχοποιημένη ντισκοτέκ στις Τζιτζιφιές, θα ανακάλυπταν κάπως όψιμα τις επιδόσεις στην ντίσκο χορεύοντας ενθουσιασμένοι το «Saturday Night Fever».




πηγή : ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ   29/03/2008

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...