Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

Μικρό εγκώμιο για τα φλίπερ στην Ελλάδα


του Κώστα Θ. Καλφόπουλου


Με το θέμα που εντόπισαν πρόσφατα οι κεραίες του «φιλίστωρος» Μ. Κατσίγερα (Καθημερινή, 29.3) για τα «φλιπεράκια» και την «απαγόρευσιν της λειτουργίας των μηχανικών παιγνιδίων», θαρρείς και άναψαν, για τους παλιότερους, στον πίνακα των αναμνήσεων σχεδόν αυτόματα «πολύχρωμα φωτάκια, (κι ακούστηκαν) καμπάνες και σειρήνες» (Ν. Δήμου, «Η γενιά των φλίππερ»). Το τέλος μιας ολόκληρης εποχής ξαναζωντάνεψε στις λίγες αράδες του δημοσιεύματος, που συνόδευε την ασπρόμαυρη φωτογραφία με τα φλιπεράκια στη σειρά και τους νεολαίους στο καφέ-μπαρ, τυποδεμένους, διοπτροφόρους και μη, σοβαρούς και αφοσιωμένους στην παρτίδα, είτε παίζοντας είτε περιμένοντας τη σειρά τους.

Η ιστορία των φλίπερ και των τζουκμπόξ στην Ελλάδα είναι ένα σημαντικό κι όμως άγραφο κεφάλαιο στην κοινωνική ιστορία της χαμένης νιότης των «γεγέδων» και των «λαμπράκηδων», με λέξεις-κλειδιά όπως: παράδοση και νεωτερικότητα, χειραφέτηση, κοινωνικοποίηση και πολιτικοποίηση, ελεύθερος χρόνος, μουσικά ρεύματα, υποκουλτούρα, τεντιμπόηδες, αυτόματα, χάσμα γενεών κ.λπ. Θέματα που θίγονται διεξοδικά στην υποδειγματική έρευνα του Κώστα Κατσάπη με τίτλο «Το “πρόβλημα νεολαία”. Μοντέρνοι νέοι, παράδοση και αμφισβήτηση στη μεταπολεμική Ελλάδα 1964-1974» (Εκδόσεις Απρόβλεπτες, 2013), καθώς αποδεσμεύεται από τις ιδεολογικές αγκυλώσεις της εγχώριας «προοδευτικής διανόησης», που προσπερνά συνήθως με την υπεροψία του high brow τις πολιτισμικές ιεραρχίες της ύστερης νεωτερικότητας.

Η ιστορία της πρώτης απαγόρευσης των φλίπερ (εκείνη την περίοδο υπολογίζεται ότι υπερέβαιναν τις 4.200 ανά την επικράτεια) ουσιαστικά προαναγγέλλεται στο περιοδικό «Εικόνες» (19.2.1965), που περιλαμβάνει ένα εκτενές άρθρο του Θ. Παπακωνσταντίνου (οι παλιότεροι τον γνώρισαν μέσα από τη σχολική «Αγωγή του Πολίτου», στα χρόνια της χούντας) και την έρευνα-ρεπορτάζ του Α. Γ. Βουρβούλη. Λίγους μήνες αργότερα, το editorial του περιοδικού «Μοντέρνοι Ρυθμοί» (15.9.1965), με ιθύνοντα νου τον Νίκο Μαστοράκη (που θα πρωταγωνιστήσει λίγα χρόνια μετά στην «Εκπομπή» του Θ. Αγγελόπουλου), με αμφίσημη ειρωνεία σχετικά με τις συμπεριφορές, τις μουσικές προτιμήσεις και την πολιτικοποίηση της νεολαίας, σχολιάζει χαρακτηριστικά: «Κι αναζητήστε σωστά ιδανικά. Κάντε διαδηλώσεις ν’ ανοίξουν τα φλίπερ. Μάθετε μπιλιάρδο. Μάθετε πρέφα. Αγαπήστε τα σφαιριστήρια».

Τα φλιπεράκια τα αγάπησαν ο Φελτρινέλι και ο Βέντερς, τα «ανέβασε» θεατρικά ο Αρτίρ Ανταμόφ στο Παρίσι το 1955 («Το πινγκ πονγκ»), τα υποστήριξε ο Βασίλης Βασιλικός σε ένα εκτενές δημοσίευμά του στον «Ταχυδρόμο» («Η αδέσποτη νεολαία των γερανών και φλίπερς»), αλλά τα αναθεμάτισε (παραδόξως πώς) ο Παζολίνι ως «συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα από τους Αμερικανούς». Συχνά εμφανίζονταν ως ντεκόρ σε αστυνομικές ταινίες, σε έργα του Γκοντάρ και του Βερνέιγ, ακόμα και στον ελληνικό κινηματογράφο, αλλά και ως θέμα στη λογοτεχνία (Κουμανταρέας, Νικολαΐδης, Φιλίππου), ενώ τα τραγούδησε η Σαντάλ Γκογιά στο «Si tu gagnes au flipper», υπό τους ήχους μιας παρτίδας φλίπερ. Στην Ελλάδα επανήλθαν τη δεκαετία του ’80 και απαγορεύτηκαν εκ νέου το 2000.

Μαζί με τα τζουκμπόξ, τα φλιπεράκια υπήρξαν οι «φωτεινοί σηματοδότες» της αγωνίας, αλλά και των αδιεξόδων μιας νεολαίας που ασφυκτιούσε ανάμεσα στον κοινωνικό συντηρητισμό (εκ δεξιών και εξ αριστερών), τον πατρικό αυταρχισμό και τις πολιτικές εντάσεις μιας χώρας και μιας κοινωνίας βαριά τραυματισμένης από δύο πολέμους, κι αναζητούσε στους «μοντέρνους ρυθμούς» και στις αίθουσες ψυχαγωγίας το περίσσευμα μιας προσωπικής ελευθερίας, που στέρησε η χούντα και ισοπέδωσε η Μεταπολίτευση. Game over!





ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...